ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΗ,

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΗ, ΠΟΥ ΘΥΣΙΑΣΤΗΚΕ, ΠΟΛΕΜΏΝΤΑΣ ΓΙΑ ΠΊΣΤΗ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ, ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΤΟΤΕ ΑΓΕΝΝΗΤΟΥΣ.

ΚΑΠΗΛΕΥΟΜΕΝΟΙ ΤΗ ΘΥΣΙΑ ΕΚΤΙΣΑΝ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΝ ΟΙ ΕΛΕΕΙΝΟΙ ΤΗΣ ΜΑΣΟΝΟΔΕΞΙΑΣ.

ΚΑΠΗΛΕΥΟΜΕΝΟΙ ΤΗ ΘΥΣΊΑ ΤΟΥ ΕΚΛΕΓΟΝΤΑΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΡΠΩΘΟΥΝ ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΟΙ ΑΣΤΡΑΤΕΥΤΟΙ “ΕΘΝΙΚΙΣΤΕΣ”.

Αυτή την πιο όμορφη στιγμή μου σας την αφήνω, αδέρφια. Αυτό είναι το ντουφέκι μου – ολοκαίνουργιο τ’ όπλο του ανθρώπου. Και τούτο το ντουφέκι, που μου καίει τα χέρια, το αγαπάω, αυτό το ντουφέκι το δροσίζω με – Δεν είναι κακό να με δείτε να κλαίω – είμαι πολύ συγκινημένος απ’ όλα κι απ’ τον εαυτό μου και πιο συγκινημένος απ’ την ανακάλυψη αυτής της συγκίνησης.

Αν  με γνωρίζατε αυτή τη στιγμή θ’ άξιζε  και να με αγαπήσετε, όπως κ’ εγώ σας αγαπάω χωρίς ταπεινοσύνη ή περηφάνεια. Μα ποιος θα σας μεταδώσει τούτη τη στιγμή ; Δεν τη χωράνε τα λόγια, τα χέρια, τα μάτια, ούτε η πράξη, ούτε η σκέψη – είναι μεγάλη σαν εκείνο που λέμε πατρίδα μεγάλη σαν αυτό που λέμε γη μεγάλη σαν όλο τον κόσμο.(Τι αλλιώτικη που είναι η φωνή μου.) Σαν όταν δουλεύεις, με δικιά σου θέληση, στο χωραφάκι του φτωχού και δίψασες το μεσημέρι
Και παρατάς την τσάπα σου γερτή όλο εμπιστοσύνη στον κορμό της μονάκριβης συκιάς
Και σκύβεις στο ρυάκι να πιεις κι αντικρίζεις στο γάργαρο ρυάκι το πρόσωπό σου ωραίο, ξαναμμένο απ’ τη δουλειά, τον αγέρα, τη νιότη, τον ήλιο,
Κι αποθαμάζεις στο νερό τα αστραποβόλα μάτια σου,
και τούτο δε σε σταματάει
μα πίνεις το νερό μαζί με τον εαυτό σου. Ξεδιψάς κι αναγέρνεις κατόπι το κεφάλι στον ουρανό σάμπως να ψάχνεις κάποιον νάβρεις στα ψηλά για να του πεις ευχαριστώ κ’ είναι ο ουρανός κ’ η γη μέσα σου
κι όξω απέραντα κι ολόφωτα κ’ είναι όλος ο κόσμος
δικός σου και μπορείς να τον δώσεις.

Αυτή  η στιγμή είναι  ανεπανάληπτη, γιατί είναι η αιωνιότητα, κ’ η αιωνιότητα υπάρχει και τη δημιουργούμε – δεν επαναλαμβάνεται σαν κάτι που έρχεται και φεύγει και ξανάρχεται. Λοιπόν μην κλαίτε.
Όμως εμένα αφήστε με να κλάψω, γιατί σε λίγο, το μαντεύω, δε θα μπορώ πια να κλάψω μες στην αναγνώριση της ευτυχίας πως μπορώ να πεθάνω.
Συχωρέστε με.

Κι  αλήθεια, ξέχασα να σας  πω το κυριότερo
-που μόλις τώρα τόμαθα-
δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.
Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου :
ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός
όσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,
χωρίς να τον σκοτώσει,
για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και τη θυσία του…

Απόσπασμα από τον Αποχαιρετισμό του Γιάννη Ρίτσου